Η Ανωγειανή...

Χειμώνας . Ένας ανωγειανός ξημερώθηκε στο καφενείο του χωριού παίζοντας χαρτιά και χάνοντας όλες τις οικονομίες της οικογένειας . Με βαριά καρδιά αποφασίζει να γυρίσει στο σπίτι . Ξάπλωσε με χίλιες προφυλάξεις δίπλα στη γυναίκα του προσπαθώντας να μην την ξυπνήσει . Η ζεστασιά όμως του κρεβατιού του ανέβασε στα ύψη τη λίμπιντο . Aρχισε λοιπόν να ψαχουλεύει τη γυναίκα του στα απόκρυφα σημεία . Αυτή τότε ξυπνάει και τον ρωτάει .
Ήντα έκαμες μπρε τα λεφτά ;
Έχασά τα , απαντάει αυτός .
Και έτουδα* μωρέ κακομοίρη γυρεύεις να τα βρεις ;
* έτουδα = εκεί
Ο Ψαραντώνης στο ταξί...

Ένα κρύο πρωινό του Δεκεμβρίου, μπαίνει ο Ψαραντώνης σ` ένα ταξί να πάει από το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο. Στο πίσω κάθισμα κάθονται δυο νεαροί. Στα μέσα της διαδρομής ανάβει ο Ψαραντώνης ένα τσιγάρο και μετά από λίγο ανοίγει και το παράθυρο για να φύγουν τα Ντουμάνια. Το κρύο όμως που έμπαινε μέσα ήταν τσουχτερό. Γυρίζει ο Ψαραντώνης και λέει στους νεαρούς:
-Μπρε σεις, εργάτε; (κρυώνετε;)
-όχι, όχι μπάρμπα. Φοιτητές !
Το μέλι...

Κατεβαίνει ο Κωστής απο το χωριό στη χώρα να πουσουνίσει και σκέφτεται:
Να πάω να δω ήντα κάνει η αμπλά μου. Πάει λοιπόν σπίτι της χτυπά την πόρτα και τ' ανοίγει η ανηψιά του το, Λενιώ.
- Που είναι μωρή η μανα σου; τη ρωτά.
- Στο μπακάλη είναι μπάρμπα. Κάτσε νατην περιμένεις. λεει το Λενιώ.
Κάθεται ο γέρος και περιμένει και ρωτάτονε το Λενιώ.
- Μπάρμπα να σου βάλω μέλι να φας;
Λέει ο γέρος.
-Βάλε μωρέ παιδί μου.
Πέρνει το Λενιώ ενα πήλινο σκουτέλι βαθύ-βαθύ και το γεμίζει μέλι και το δίνει του μπάρμπα τση. Πέρνει ο γερος το σκουτέλι με το μέλι και ενα κουτάλι και αρχίζει να κουταλίζει το μελι και κανει το σκουτέλι λαμπίκος.Θωρείτονε το Λενιώ και λέει του.
- Μπάρμπα να σου βάλω κιάλλο; Λέει ο γέρος.
- Οϊ μωρέ παιδί μου γιατί μπορεί να σας χρειάζετε. Λέει του το Λενιώ.
- Οϊ μπάρμπα δε το θέλωμε μπλιό γιατι έπεσε μέσα ένας ποντικός και τοχομε για πέταμα.
- Ηντα λέεις μωρέ διάλε τη γεράντιση σου και εμαγάρισες με. και πιανει το σκουτέλι να το χαμπετώσει στη κεφαλή τση Λενιώς.
- Μη, μη μπάρμπα το σκουτέλι, μη το σπάσεις γιατί τόχει η μάνα μου και κατουρεί εκειά καθε βραδυ!!!
αμπλά=αδελφή
σκουτέλι=πιάτο
λαμπίκος=ολοκάθαρο
μπλιό=αλλο
διάλε τη γεράντισή σου=Κρητική βρισια
εμαγάρισεςμε=με λέρωσες
χαμπετώσει=να το χτυπησει
εκεια=εκει
Μονόδρομος...

Παει ο Ψαραντώνης στην Αθήνα και καθώς οδηγούσε μπαίνει σε έναν μονόδρομο, τον σταματάει ο αστυνομικός που ήταν παρακάτω και του λέει:
Α: Που πας ρε κουμπάρε δεν βλέπεις ότι απαγορεύεται;
Κι ο Ψαραντώνης:
Ψ: Γιάντα μωρέ σύντεκνε σφουγγαρισμένα έχετε;
Το Νικολιό...

Κατεβαίνει ο Μανούσος κάθε Κυριακή από το Μιτάτο και πάει στη εκκλησία του χωριού στέκεται μπροστά στο τέμπλο,στην εικόνα του Αγίου Νικολάου και του λέει:
- 'Aι Νικόλα κάνε ως την άλλη Κυριακή να έχω παντρευτεί'.
Έρχεται όμως η Κυριακή ο Μανούσος δεν έχει παντρευτεί αυτό γίνεται συνέχεια οπότε σκέφτεται και λέει:
- 'Μπρε κι ο Aγιος φοβέρα θέλει' .
Πάει πάλι στην εκκλησία στέκεται πάλι μπροστά στην εικόνα του Αγίου και του λέει αγριεμένος:
- 'Γιάε Aι Νικόλα αν δεν έχω παντρευτεί ως την άλλη Κυριακή θα ρθω και θωρείς τη κατσούνα, θα σου κάνω την εικόνα χίλια κομμάτια,' και φεύγει.
Τον ακούει ο παπάς που ήτανε μέσα στο Ιερό και λέει:
- 'έχει γούστο ναρθεί ο τροζός να σπάσει την εικόνα'.
Και πιάνει και βγάζει την εικόνα από το τέμπλο και βάζει στη θέση της ένα μικρό εικονισματάκι του Αγίου Νικολάου.Έρχεται η άλλη Κυριακή οπότε καταφθάνει διαολισμένος ο Μανούσος στην Εκκλησία μπαίνει μέσα και πάει γραμμή στo τέμπλο θωρεί το μικρό εικονισματάκι του Αγίου σκύβει και του λέει αγριεμένος:
- 'Μπρε Νικολιό που είναι ο μπαμπάς σου;'
O γάιδαρος...

Είναι δυο συχωριανοί που δεν μιλιούνται. Συναντά ο ένας τον άλλο μια μέρα στο δρόμο, ο οποίος λαλούσε μια αίγα, και λέει:
- Που τόνε πας το γάιδαρο;
- Μωρέ στραβός είσαι; αίγα είναι, απαντά.
Και ο άλλος:
- Δεν μιλώ εσένα στην αίγα μιλώ!