Index : Διάφορα : Νασρεντίν Χότζα
Ο Ναστραντίν Χότζας παρουσιάζεται ως τύπος σούφι, φιλόσοφου ανατολίτη, οπλισμένος με φιλοσοφική εγκαρτέρηση στις αντιξοότητες της ζωής, πάντοτε ετοιμόλογος με ελευθερία εκφράσεων.
Δείτε επίσης:
 Αινίγματα 

[ Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 ]

Ο Νασρεντίν έφερε στην αγορά τον γάιδαρό του και τον παρέδωσε στον κήρυκα. Ήρθε ένας αγοραστής και παρατηρεί τα δόντια του να καταλάβει την ηλικία του, αλλά ο γάιδαρος τον δάγκωσε. Ήρθε άλλος αγοραστής και σήκωσε την ουρά του. Αλλά και τούτον κλώτσησε. Τότε ο κήρυκας είπε στον Χότζα:
– Τούτον τον γάιδαρο κανείς δεν τον αγοράζει, διότι και εκείνον που περνά από εμπρός του τον δαγκώνει, και εκείνος που πηγαίνει από πίσω του τον κλωτσά.
- Και καλά έκανε, διότι εγώ δεν τον έφερα να τον πουλήσω, είπε ο Νασρεντίν, αλλά να μάθει ο κόσμος τι έχω τραβήξει απ αυτόν έως τώρα!



Μια μέρα μερικοί πιτσιρικάδες προσπαθούσαν να μοιράσουν καρύδια, που είχαν σε ένα σακί. Αλλά δεν συμφωνούσαν και ξέσπασε ανάμεσά τους μεγάλος καβγάς. Στο τέλος αποφάσισαν να πάνε στον Νασρεντίν Χότζα που είχε φήμη ανθρώπου δίκαιου, να κάνει αυτός τη μοιρασιά.
- Θέλετε να σας τα μοιράσω με τον τρόπο που μοιράζει τα πράγματα ο Θεός ή με τον τρόπο που τα μοιράζουν οι άνθρωποι;
- Με τον τρόπο που μοιράζει ο Θεός, ο Θεός!
Ο Νασρεντίν πήρε το μισό σακί, πάνω από διακόσια καρύδια, και τα έδωσε στον πρώτο. Στο δεύτερο έδωσε μόνο δύο καρύδια. Στον τρίτο έδωσε είκοσι.
Οι πιτσιρικάδες άρχισαν να φωνάζουν.
- Τι κάνεις εκεί πέρα; Εμείς θέλουμε να πάρει καθένας τα ίδια.
Αλλά ο Νασρεντίν δεν καταλάβαινε τίποτα.
- Μόνο οι αφελείς πιστεύουν σε τέτοιες ανοησίες. Ο Θεός μοιράζει τα πράγματα όπως εγώ σας μοιράζω τώρα τα καρύδια.


Ο Νασρεντίν είχε χάσει το κλειδί του σπιτιού του. Πήγε κάτω από μια κολόνα που έφεγγε ένας φανός κι έψαχνε μέσα στη νύχτα, κάνοντας μεγάλη φασαρία. Μαζεύτηκε κόσμος κι όλοι ήθελαν να τον βοηθήσουν. Άρχισαν να ψάχνουν κι αυτοί μαζί του.
- Πες μου Χότζα, τον ρώτησε στο τέλος κάποιος, είσαι σίγουρος πως έχασες το κλειδί εδώ, σ’ αυτό το μέρος;
- Όχι, απάντησε ο Νασρεντίν, αλλά μόνο εδώ έχει φως. Εγώ θέλω πάντα να βλέπω τι κάνω.


Μια φορά ο Νασρεντίν ανέβηκε στον άμβωνα να διδάξει. Καθώς μιλούσε, ρωτάει:
- Ω πιστοί! Καταλαβαίνετε αυτά που σας λέω;
- Όχι! αποκρίθηκε ο κόσμος.
- Αφού δεν καταλαβαίνετε, τότε τι κάθομαι και μιλάω; απάντησε ο Νασρεντίν και κατέβηκε απ’ τον άμβωνα.

Μια άλλη φορά που ανέβηκε στον άμβωνα, ενώ δίδασκε ξανάκανε την ίδια ερώτηση:
- Ω πιστοί! Καταλαβαίνετε αυτό που σας λέω;
- Ναι, απάντησαν αυτοί.
- Αφού το καταλαβαίνετε, είναι περιττό να σας το διδάξω, είπε κατεβαίνοντας και πάλι απ΄ τον άμβωνα.

Απόρησε τότε ο κόσμος και αποφασίζει όταν πάλι ανέβει ο Νασρεντίν στον άμβωνα και ρωτήσει, άλλοι θα απαντήσουν ότι το γνωρίζουν και άλλοι ότι δεν το γνώριζαν. Έτσι, όταν ο Νασρεντίν κάποια άλλη μέρα ανέβηκε και πάλι στον άμβωνα, έκανε την ίδια ερώτηση:
- Ω πιστοί! Καταλαβαίνετε αυτό που σας λέω;
Οι ακροατές απάντησαν άλλοι ότι γνώριζαν και άλλοι ότι δεν γνώριζαν. Ο Νασρεντίν τότε κατεβαίνει απ’ τον άμβωνα και λέει:
- Αυτοί που το κατάλαβαν, ας διδάξουν εκείνους που το αγνοούν!



Ο Νασρεντίν αποφάσισε ένα ηλιόλουστο πρωινό να κάνει έναν όμορφο περίπατο κατά την θάλασσα. Καθώς πλησίαζε στη προκυμαία άκουσε φωνές και είδε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο να χειρονομεί και να τρέχει πάνω κάτω. Πλησίασε πιο κοντά και είδε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κατά λάθος στο νερό. Όπως δεν ήξερε κολύμπι, κτυπούσε πανικόβλητος χέρια και πόδια, χανόταν μέσα στο κύματα και όποτε κατόρθωνε να βγάλει λίγο το κεφάλι του καλούσε μισοπνιγμένος σε βοήθεια.
Οι άνθρωποι έσκυβαν όσο μπορούσαν πάνω από το νερό και του φώναζαν:
- Δώσε μας το χέρι σου! Δώσε μας το χέρι σου!
Τίποτα αυτός! Σαν να ήταν κουφός συνέχιζε να χτυπιέται. Οι άνθρωποι όλο και πλήθαιναν γύρω του και του φώναζαν όλο και πιο δυνατά:
- Βρε άνθρωπε, δεν ακούς; Δώσε μας το χέρι σου! Θα πνιγείς!
Τίποτα αυτός.

Κάποια στιγμή, μέσα στο πανικό και την αγωνία που επικρατούσε, επειδή κανείς δεν ήθελε να πνιγεί ο άνθρωπος αυτός, αλλά και κανείς δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, κάποιος πήρε είδηση τον Νασρεντίν που παρακολουθούσε ατάραχος τη σκηνή.
Να ο Χότζας, αναφώνησε το πλήθος. Κάντε χώρο να κάνει κάτι. Σίγουρα θα ξέρει αυτός τι να κάνει, σαν άνθρωπος του Θεού που είναι.
Αμέσως τότε όλοι έκαναν χώρο και ο Νασρεντίν έσκυψε στο νερό και κάτι είπε σιγανά στον μισοπνιγμένο. Αμέσως τότε εκείνος έδωσε το χέρι του και ο Νασρεντίν το έπιασε και τον έσυρε έξω.

Οι άνθρωποι έμειναν τότε με ανοιχτό το στόμα.
- Βρε, είπαν! Βρε Χότζα μας, καλέ μας Χότζα, τι του είπες του ανθρώπου και σου έδωσε το χέρι σου; Εδώ τόση ώρα εμείς του φωνάζουμε να μας δώσει το χέρι του και δε το έκανε. Τώρα γιατί άκουσε εσένα και όχι εμάς;
- Εγώ δε του είπα να μου δώσει το χέρι του, απάντησε ήρεμα ο Χότζας.
- Τι του είπες λοιπόν, ρώτησαν οι άνθρωποι περίεργοι.
- Εγώ του είπα «πάρε το χέρι μου», είπε ο Νασρεντίν.


Μια μέρα, ο βασιλιάς αποφάσισε όλοι οι υπήκοοί του να λένε την αλήθεια. Στήθηκε μια κρεμάλα έξω από τις πύλες τις πόλεις και ανακοινώθηκε ότι όποιος μπαίνει στην πόλη οφείλει να απαντήσει ειλικρινά σε μια ερώτηση που θα του γίνει.
Ο Νασρεντίν ήταν πρώτος. Ο λοχαγός της φρουράς τον ρώτησε:
- Που πας; Πες την αλήθεια αλλιώς θα εκτελεστείς.
- Πάω να πεθάνω στην κρεμάλα, είπε ο Νασρεντίν.
- Δεν σε πιστεύω.
- Πολύ καλά, αν σου είπα ψέματα να με κρεμάσεις!
- Ναι, αλλά τότε θα είχες πει την αλήθεια!
- Ακριβώς. Την δική σου αλήθεια.


[ Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 ]